Της ΧΑΡΑΣ ΖΥΜΑΡΑ
Ο Ανδρέας Ηλιάδης ήταν το πρώτο στέλεχος της Τράπεζας Κύπρου που κατάφερε να σπάσει την παραδοσιακή αλυσίδα διαδοχής. Δεν προέρχονταν από επιχειρηματικό τζάκι, αλλά ήταν γόνος πολύτεκνης οικογένειας. Τίποτα στην καταγωγή του δεν μαρτυρούσε ότι έπειτα από χρόνια θα κατάφερνε να ανελιχθεί στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της Τράπεζας Κύπρου. Αυτή ήταν ίσως και η αιτία που κατά τη διάρκεια της θητείας του επέμενε να διατηρεί χαμηλό προφίλ και να παραμένει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Σπούδασε Οικονομικά στην Ανώτατη Εμπορική Αθηνών και απέκτησε το μεταπτυχιακό του από το London School of Economics. Στην Τράπεζα Κύπρου προσλήφθηκε το 1980 σε ηλικία 25 χρόνων, όπου εξ αρχής φάνηκε να κερδίζει την προσοχή των προϊσταμένων του. Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 η Τράπεζα Κύπρου αποφάσισε να επεκταθεί στην Ελλάδα, σε μία περίοδο οικονομικής δυσχέρειας, κλήθηκε σε ηλικία 36 ετών να αναλάβει τα καθήκοντα του διευθυντή Τράπεζας Κύπρου Ελλάδας.
Το 1998 διορίστηκε στη θέση του γενικού διευθυντή του Συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου Ελλάδας, αναλαμβάνοντας την ανάπτυξη του συγκροτήματος στην χώρα.
Εξελέγη στην θέση του διευθύνοντος σύμβουλου το 2004, θέση την οποία διεκδικούσε και ο Χαρίλαος Σταυράκης, μετέπειτα υπουργός Οικονομικών. Αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι δραματικές εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων ο Ανδρέας Ηλιάδης θα έμενε στο τιμόνι της Τράπεζας Κύπρου μέχρι το 2013, μετά την ανανέωση του συμβολαίου του το 2009. Ωστόσο, τον τελευταίο καιρό ένιωθε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του και η αποχώρηση ήταν αναπόφευκτη όταν πια έχασε τη στήριξη από τα «παραδοσιακά τζάκια» της Τράπεζας Κύπρου.
Την πορεία του στο Συγκρότημα σημάδεψαν τόσο η επέκταση των εργασιών της Τράπεζας στην ελληνική και τη ρωσική αγορά, όσο και η είσοδος του Ντμίτρι Ριμπολόβλιεβ στο 9,7% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου, γεγονός που προφυλάσσει το συγκρότημα από το ενδεχόμενο επιθετικής εξαγοράς.
Η καθιέρωσή του σε θέση μάνατζερ στην Κύπρο ήταν όπως όλα δείχνουν προσωπική επιλογή του τότε εμβληματικού προέδρου της τράπεζας, Σόλωνα Τριανταφυλλίδη. Οι αντίπαλοί του στο Δ.Σ. έφτασαν μέχρι και σε άτυπο «πραξικόπημα», με στόχο την καθαίρεσή του, η θέση του ωστόσο σώθηκε από την κρίσιμη ψήφο του πρώην προέδρου του ΚΕΒΕ, Μάνθου Μαυρομμάτη.
Με πλάνο την ισχυροποίηση και διεθνοποίηση των δραστηριοτήτων του Ομίλου της Τράπεζας, ο Αντρέας Ηλιάδης διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος σε μία περίοδο κατά την οποία οι αποδοχές του φημολογείται πως ξεπερνούσαν το 1 εκατ. ευρώ ετησίως.
Μέχρι τη στιγμή της παραίτησής του ο Ηλιάδης θεωρούνταν απόλυτα επιτυχημένος ως διευθύνων σύμβουλος, καθώς κατόρθωσε να μειώσει το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, και να επεκτείνει την τράπεζα στην ανατολική Ευρώπη και συγκεκριμένα στις αγορές της Ρουμανίας, της Ουκρανίας και της Ρωσίας. Στη Ρωσία επεκτάθηκε το 2007 μέσω θυγατρικής εταιρείας. Το 2008 το Συγκρότημα ενίσχυσε την παρουσία του στη ρωσική αγορά με την εξαγορά του 80% του μετοχικού κεφαλαίου της Uniastrum Bank, την πρώτη εξαγορά ρωσικής τράπεζας από πιστωτικό ίδρυμα του ελλαδικού χώρου.
Ο Αντρέας Ηλιάδης επιβίωσε από μία περίοδο κατά την οποία η τράπεζα βρέθηκε αντιμέτωπη με πολλαπλούς κινδύνους επιθετικής εξαγοράς, τόσο από την τράπεζα Πειραιώς όσο και από τη Marfin Laiki. Ο διευθύνων σύμβουλος από το πουθενά άντεξε, επίσης, την πίεση από την έντονη αμφισβήτηση που δέχθηκε με αφορμή την εξαγορά της Uniastrum με αντίτιμο 371 εκατ. ευρώ. Το αντίτιμο θεωρήθηκε υπερβολικό από πολλούς και αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό, καθώς η εν λόγω τράπεζα είχε πολλά προβληματικά στοιχεία και το κυριότερο ζημιές. Σήμερα ορισμένοι εκτιμούν την αξία της τράπεζας στο 1/10 του αντιτίμου που κατέβαλε τότε η Κύπρου.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι η Uniastrum Bank είναι κατάλληλα τοποθετημένη στη ρωσική αγορά, για να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται και διαθέτει καταστήματα στις πιο οικονομικά δραστήριες περιοχές της Ρωσίας, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 85% του ΑΕΠ της χώρας και λειτουργεί σε όλες τις πόλεις με επίσημο πληθυσμό πέραν των 600.000 κατοίκων.
Με την πεποίθηση ότι η τράπεζα κινείται με σοβαρότητα απέναντι στην κρίση, ο ίδιος δήλωνε το 2009 πεπεισμένος ότι το τέλος της κρίσης θα έβρισκε τον Όμιλο «σοφότερο και πιο δυνατό». Το αναπτυξιακό πλάνο προέβλεπε μάλιστα την επίτευξη κερδοφορίας ύψους 1 δισεκατομμυρίου ευρώ μέχρι το 2014.
Την ίδια χρονιά δήλωνε ότι «οι τράπεζες είναι επιχειρήσεις χαμηλού κινδύνου. Γι’ αυτό ήμασταν και είμαστε προσεκτικοί στη δανειοδοτική μας πολιτική. Έτσι λοιπόν, κατορθώσαμε το προβληματικό μας χορηγητικό χαρτοφυλάκιο να είναι πολύ μικρό».
Μέχρι πριν από μερικές ημέρες βρισκόταν στο πηδάλιο του μεγαλύτερου χρηματοπιστωτικού οργανισμού της Κύπρου και ήταν ένας από τους πλέον ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες της Κύπρου. «Μεγάλα καράβια μεγάλες φουρτούνες» λέει μία λαϊκή ρήση, ενώ κάποιοι επιμένουν ότι καταλληλότερη για την περίπτωση είναι κάποια άλλη ρήση, που επιμένει ότι στον σκληρό τραπεζικό και επιχειρηματικό τομέα, ιδιαίτερα εκεί όπου υπάρχουν τα πολλά λεφτά, κυρίαρχος είναι ο νόμος του υγρού βασιλείου, όπου «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό».

Leave a Reply